Το κόστος της αλλαγής

The cost of change

Πρόσφατα είχα μία συζήτηση με έναν δημοσιογράφο περί των κοινωνικοοικονομικών της Ελλάδας και γενικότερα της Ευρώπης. Η συζήτηση ήταν ως αναμενόταν «θερμή», μιας και η πολιτική των τελευταίων ετών και κυβερνήσεων έχουν φέρει τους Έλληνες στην ταπείνωση, την εξαθλίωση και τον ξενιτεμό.

Ένα από τα επιχειρήματα μου στην συζήτηση, ήταν η μείωση του προσδόκιμου της ζωής των Ελλήνων κατά 5 τουλάχιστον χρόνια. Την πληροφορία αυτή μου την έδωσαν «εμπιστευτικά» πέρυσι, φίλοι μου γιατροί και φαρμακοποιοί, που είναι πολύ δραστήριοι και κατατοπισμένοι, όχι μόνο ως προς τον κλάδο τους, αλλά και την γενικότερη πολιτική και κατάσταση. Μάλιστα υπάρχουν άρθρα στο διαδίκτυο που αναφέρουν ότι σε χώρες όπου έτυχε να «συνεργαστούν» με το ΔΝΤ, το προσδόκιμο της ζωής μιας χώρας μειώνεται κατά 6-7 χρόνια. Χώρες όπως η Αργεντινή είχαν πολύ μεγαλύτερα νούμερα, δηλαδή 5 χρόνια για κάθε χρόνο παραμονής στην λιτότητα. Οι στατιστικές υπάρχουν λοιπόν και οι πληροφορίες είναι πέρα για πέρα διαθέσιμες στο κοινό που ψάχνει να μάθει εναλλακτικές ειδήσεις αλλά όχι από τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και αυτό το λέω εκ πείρας, μιας και έχω δουλέψει ως δημοσιογράφος σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Ο δημοσιογράφος λοιπόν υποστήριξε ότι η πληροφορία σχετικά με το προσδόκιμο της ζωής δεν μπορεί να ήταν αληθινή μιας και δεν είχε πέσει κάτι τέτοιο στην αντίληψη του και τέλος πάντων τι είναι μερικές χιλιάδες νεκροί Έλληνες μπροστά στο «μέγεθος της αλλαγής» που φέρνει το «Ελληνικό δράμα» στην Ευρώπη γενικότερα. Και σε αυτό το σημείο έγινα έξω φρενών. Όχι γιατί δεν άκουσα το συγκεκριμένο επιχείρημα από άλλους νωρίτερα, αλλά ακριβώς επειδή το έχω ξανακούσει και μάλιστα αρκετές φορές. Δεν μπορούμε να θυσιάσουμε χιλιάδες ανθρώπους (πόσο μάλλον ημεδαπούς μας) στον βωμό της αλλαγής. Δεν υπάρχει καμία πολιτική προσέγγιση που να στηρίζει αυτή την άποψη, τουλάχιστον καμία από τις εξευγενισμένες. Αυτή είναι η λογική ενός δήμιου και όχι ενός ανθρώπου που μάχεται για την θετική και αισιόδοξη έκβαση των πραγμάτων.

Το ερώτημα μας λοιπόν, είναι το εξής: Ποιο είναι το κόστος της «αλλαγής» που είμαστε έτοιμοι να ανεχτούμε ως χώρα και ως πολίτες μια δημοκρατικής νοοτροπίας που στην τελική ανάλυση φώτισε και γέννησε τον δυτικό πολιτισμό;

Ως δασκάλα εναλλακτικών θεραπειών, η θετική αλλαγή είναι κάτι που συνεχώς επιδιώκω όχι μόνο για το άτομο μου αλλά και ως τρόπο ζωής για τους φίλους και γνωστούς και φυσικά για όλους όσους επιδιώκουν να δοκιμάσουν την θεραπεία που προτείνω. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι η αλλαγή δεν είναι πάντα μια διαδικασία εύκολη ή επιθυμητή. Ω ναι… επιθυμητή!!!

Κάποτε είχα γράψει ένα άρθρο για τα «μαθήματα της ζωής» που πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Ολιστική Ζωή» που στην ουσία αναφερόταν στην προσέγγιση του ανθρώπου και ο τρόπος που επιλέγει να μάθει τα μαθήματα της ζωής του. Συγκεκριμένα αναφέρθηκα στη χαρά, τον πόνο, την παρατήρηση και την σοφία ως εργαλεία αλλαγής καθώς και στην μάθηση μέσα από την προσωπική εμπειρία ή την εμπειρία άλλων ανθρώπων. Τι εννοώ με αυτό;

Αν θέλουμε να μάθουμε κάποιο μάθημα, ας πούμε για την αγάπη, θα μπορούσαμε να μάθουμε πολλά για το θέμα αυτό μέσα από την χαρά. Αυτό θα σήμαινε ότι θα αγαπούσαμε και θα μας αγαπούσαν και μέσα από τα μαθήματα αγάπης που θα προσκομίζαμε σχετικά με το τι είναι «αγάπη», θα μαθαίναμε όλα όσα χρειαζόμασταν για την αγάπη.

Αν όμως είχαμε την πεποίθηση ότι «Αν δεν πονέσεις δεν μαθαίνεις» ως ρητό ζωής, θα μαθαίναμε για την αγάπη μέσα από τον πόνο. Δηλαδή, θα αγαπούσαμε και δεν θα μας αγαπούσαν ή θα μας αγαπούσαν και δεν θα αγαπούσαμε. Μπορείτε να φανταστείτε τα σενάρια από μόνοι σας. Ο δυτικός πολιτισμός υμνεί τον πόνο, ο οποίος κατέχει την μερίδα του λέοντος στα μαθήματα της ζωής. Τον υμνεί μέσα από τα «νταλκαδιάρικα» τραγούδια που αποτελούν το 99% όλων των τραγουδιών μας, τα βραβεία Όσκαρ που δεν τα αποκτούν ποτέ οι κωμωδίες, τα αμέτρητα μυθιστορήματα χωρίς «αίσιο τέλος» που παίρνουν βραβεία λογοτεχνίας ενώ τα άλλα, αυτά με το «αίσιο τέλος», είναι μεν δημοφιλή αλλά «ελαφριά» και δεκάδες άλλα παραδείγματα που δεν χρειάζεται να αναφέρω.

Αν θέλαμε να μάθουμε μέσα από την παρατήρηση, θα μαθαίναμε παρατηρώντας τους άλλους καθώς αγαπούν ή δεν αγαπούν. Όχι ότι δεν το κάνουμε αυτό σήμερα, αλλά μαθαίνουμε πολύ περισσότερο από τις δικές μας και μόνο εμπειρίες και όχι μέσα από την παρατήρηση των εμπειριών των άλλων γύρω μας. Η δυτική κουλτούρα βασίζεται κατά κόρον στην προσωπική εμπειρία ως μέσω μάθησης, σε σημείο που αγνοεί σχεδόν παντελώς, τη μάθηση μέσα από την εμπειρία των άλλων. Ως εκ τούτου «αρνείται» να μάθει από την σοφία που προσκομίσαμε ιστορικά ως ανθρώπινο γένος.

Και εδώ μπαίνουμε στο τέταρτο και τελικό εργαλείο της μάθησης. Τη σοφία. Τη δική μας και των άλλων. Μέσα από τον εξαγνισμό της προσωπικής μας ψυχοσύνθεσης και αφού έχουμε καταλαγιάσει τους δαίμονες μας, στην ουσία επιτρέπουμε στον εαυτό μας να μάθει από την ιστορία των άλλων ανθρώπων. Γινόμαστε εν ολίγοις λιγότερο εγωιστές και αυτό μας επιτρέπει να «δούμε», να «μάθουμε» και να «αφομοιώσουμε» τα μαθήματα μας, και μέσα από τις εμπειρίες των άλλων ανθρώπων, είτε αυτό είναι μια ταινία, ένα βιβλίο, μια συζήτηση, μια εικόνα κλπ. Θα μου πεις, δεν το κάνουμε αυτό τώρα; Ναι, θεωρητικά το κάνουμε, αλλά όχι στον βαθμό που θα μας βοηθούσε να μάθουμε τα μαθήματα μας με έναν ποιο «εύκολο» τρόπο.

Όταν έχουμε αφήσει πίσω την ανάγκη να ασχολούμαστε με τις πληγές μας, που στην ουσία σημαίνει ότι έχουμε θεραπεύσει την ψυχή μας αρκετά, τότε επιτρέπουμε στον εαυτό μας να μάθει ολιστικά, δηλαδή να μετριάσει τις εντάσεις των μαθημάτων και να διευρύνει τις επιλογές του. Έτσι θα επιλέξουμε πολύ πιο εύκολα να μάθουμε και μέσα από τις εμπειρίες των άλλων και φυσικά θα μας βοηθήσει να μάθουμε ποιο γρήγορα και ανώδυνα (χαρά, παρατήρηση, σοφία). Τότε, δεν θα μας είναι απαραίτητο να έχουμε προσωπική άποψη για τα πάντα, αφού ξέρουμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνετε και ότι, όταν αγνοούμε την ιστορία, είμαστε καταδικασμένοι να επαναλάβουμε τα ίδια «σκληρά και σκληρότερα» μαθήματα. Επίσης, έχοντας κατανοήσει τα μαθήματα μας ευκολότερα και με έναν ποιο ήπιο τρόπο, αποφεύγουμε να θέλουμε σκληρές λύσεις και δεχόμαστε και προτείνουμε πολύ ποιο καλοσυνάτες και δημοκρατικές επιλογές και προσεγγίσεις.

Τα πάντα είναι θέμα αντίληψης. Όταν έχουμε αυξημένη αντίληψη, άρα και συνειδητότητα, όχι μόνο μπορούμε να αφεθούμε σε μια πιο αρμονική και ισορροπημένη προσέγγιση όσο αφορά τον τρόπο που μαθαίνουμε και πορευόμαστε, αλλά και να θεωρούμε αυτόν τον τρόπο ως το μόνο λογικό και επιθυμητό δρόμο. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό μόνο και μόνο γιατί έχουμε κατευνάσει το εγώ μας αρκετά, άρα έχουμε σταματήσει να τον επιτρέπουμε να τρέφετε μέσα από τον φόβο και την ένταση των συναισθημάτων μας. Και τότε έρχεται η γαλήνη και η πραγματική αισιοδοξία που οδηγεί σε συνειδητή και στοχευόμενη δράση που ανταποκρίνεται και αντέχει στο χρόνο.

Αντίθετα, όταν η ψυχή μας είναι ακόμα γεμάτη από τις καταπιεσμένες πληγές του παρελθόντος, δεχόμαστε και υποστηρίζουμε ακραίες «λύσεις», αρκεί να υπάρχουν. Αυτή η προσέγγιση της «αναγκαίας αλλά δριμύτατης» αλλαγής μαρτυρά σε γενικές γραμμές φραγμούς θετικής έκφρασης όπως έλλειψης συγχώρεσης του εαυτού και των άλλων, πίστης, καλοσύνης και εξέλιξης. Τι εννοώ με αυτό;

Όταν ΔΕΝ έχουμε συγχωρέσει τον εαυτό μας, για στιγμές που θεωρούμε ότι δεν σταθήκαμε στο ύψος των περιστάσεων, για διάφορους λόγους ή δεν έχουμε συγχωρήσει τους άλλους, για συμπεριφορές που θεωρούμε λανθάνουσες ή υπερβολικές, ενώ θα έπρεπε να λειτουργήσουν αλλιώς κατά την αντίληψη μας, δημιουργούμε διάφορους αμυντικούς μηχανισμούς που καταλήγουν στο να μας κάνουν «σκληρούς έως απάνθρωπους» στην εύρεση λύσεων ενός προβλήματος. Στην ουσία, αρνούμαστε να δείξουμε την καλοσύνη που θεωρούμε ότι μας στερήθηκε.

Η πίστη, ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν και να εξελιχθούν με έναν τρόπο δημοκρατικό, ομαλό και αρμονικό, είναι καθαρά θέμα εξαγνισμένης ψυχής που γεμάτη κατανόηση, ανεκτικότητα, μέριμνα, και δικαιοσύνη, σκύβει μπροστά στο πρόβλημα και το φροντίζει, μέχρι να λυθεί.

Αν θέσουμε αυτό ως στόχο, θα δεχτούμε μόνο αυτά, που επιτρέπουν μια λύση για την Ελλάδα (και την Ευρώπη) γεμάτη από δημοκρατία και μόνο. Μεταξύ μιας Ευρώπης που σκοτώνει για να αλλάξει και μιας δημοκρατικής Ελλάδας που φωτίζει για να διορθώσει, η επιλογή δεν είναι δύσκολη. Άλλωστε η δημοκρατία και ο πολιτισμός είναι κληρονομιά μας, δεν έχουμε παρά να τις συντηρήσουμε με την επιλογή μας.

Ξένια Ιωαννίδου